Τον Ιούνιο του 2006 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε την αναθεωρημένη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αειφόρο ανάπτυξη. Η Κύπρος σε γενικές γραμμές έχει συμφωνήσει με την κατεύθυνση αυτή και τον Σεπτέμβριο 2007, μέσα από τη διαδικασία δημόσιου διαλόγου, παρουσιάστηκαν τα θεματικά κεφάλαια της Εθνικής Στρατηγικής για την Αειφόρο Περιβαλλοντική Ανάπτυξη.
Συχνά γίνεται λόγος για αειφόρο ανάπτυξη, χωρίς πολλές φορές να αντιλαμβανόμαστε τι ουσιαστικά σημαίνει. Με τον όρο «ανάπτυξη» αναφερόμαστε στη μεταβολή της βιόσφαιρας και στη χρήση ανθρώπινων, οικονομικών, βιοτικών (πχ. φυτά, ζώα) και αβιοτικών πόρων (πχ. νερό, μέταλλα) ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες του ανθρώπου και να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής του.
Για να γίνει αειφορική η ανάπτυξη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (α) κοινωνικοί, οικολογικοί και οικονομικοί παράγοντες (β) το υπόβαθρο των βιοτικών και αβιοτικών πόρων και (γ) τα μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα προτερήματα εναλλακτικών δραστηριοτήτων.
Ανάμεσα στις προϋποθέσεις της αειφορικής ανάπτυξης είναι η προστασία και διατήρηση της φύσης, πράγμα που απαιτεί τη διαχείριση της βιόσφαιρας (από τον άνθρωπο) με τρόπο ώστε να αποφέρει στις παρούσες γενεές το μέγιστο αειφορικό όφελος ενώ συγχρόνως να μπορεί να διατηρήσει το δυναμικό της για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των μελλοντικών γενεών.
Τόσο η διατήρηση της φύσης όσο και η ανάπτυξη γίνονται κυρίως προς όφελος του ανθρώπου. Ενώ η ανάπτυξη έχει σκοπό της να πραγματοποιήσει στόχους των ανθρώπων χρησιμοποιώντας τη βιόσφαιρα, η διατήρηση της φύσης έχει σκοπό να πετύχει αυτούς τους στόχους, εξασφαλίζοντας συγχρόνως και τη συνέχιση αυτής της χρήσης.
Οι αλλαγές του φυσικού περιβάλλοντος που γίνονται μόνο με κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους ανάπτυξης είναι προδιαγεγραμμένες σε αποτυχία αν δε συνοδεύονται από στόχους διατήρησης και αειφορίας του φυσικού συστήματος. Σχετικά με αυτό υπάρχουν αρκετά παραδείγματα: Η έλλειψη μέτρων προστασίας και διατήρησης των φυσικών πόρων επιβραδύνει τις αναπτυξιακές προσπάθειες σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες. Στη Ν.Α. Ασία η υπερβολική αποψίλωση δασών έχει προκαλέσει τέτοιες διακυμάνσεις στη ροή των ποταμών που μειώθηκε σημαντικά η απόδοση του ρυζιού. Σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο η λειτουργία υδροηλεκτρικών σταθμών διακόπτεται επειδή τα συστήματα παροχής νερού φράσσονται ή επιχωματώνονται κι αιτία γι' αυτό είναι η αύξηση της διάβρωσης των εδαφών που οφείλεται στην αποψίλωση δασών, στην υπερβόσκηση και σε άλλες μη αειφορικές χρήσεις γης. Για να έρθουμε πιο κοντά στα καθ' ημάς, στην περίπτωση της λίμνης Πρέσπας, όπως και σε πολλές άλλες αντίστοιχες στον Ελλαδικό χώρο, η αποψίλωση των δασών στα ορεινά και η υπερβόσκηση που ακολούθησε, απογύμνωσαν το έδαφος αυξάνοντας υπερβολικά τη διάβρωσή του στη λεκάνη απορροής της. Τα φερτά υλικά από τα ορεινά και από τις γεωργικές εκτάσεις προκάλεσαν διαβρωσιγενείς προσχώσεις στη λεκάνη της λίμνης με αποτέλεσμα να τη ρηχαίνουν σημαντικά, να αυξήσουν το περιεχόμενό της σε οργανικές ύλες, μετατρέποντάς την σε ευτροφική, σε τέτοιο βαθμό που είχε αρνητικές επιπτώσεις στους πληθυσμούς των ψαριών. Τελικά μειώθηκε ο κύριο πόρος των κατοίκων, τα ψάρια, και αντίστοιχα τα οικονομικά οφέλη που προέρχονται από αυτά.
Στην περίπτωση της Κύπρου, παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της αστυφιλίας. Η εγκατάλειψη των χωριών δεν έχει μόνο κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, δημιουργεί φαινόμενα ερημοποίησης της γεωργικής γης και υποβάθμισης του τοπίου. Η εγκατάλειψη καταστρέφει τα γόνιμα εδάφη και μειώνει το πράσινο με επιπτώσεις στο μικροκλίμα των χωριών, ενώ η απουσία αναβαθμίδων (δομές) δε συγκρατεί πλέον το χώμα επιδεινώνοντας συγχρόνως το φαινόμενο της διάβρωσης
Με την υπογραφή της Διακήρυξη του Τόκυο το 1987, σημειώθηκαν οι οκτώ βασικές αρχές που συνένωναν την προστασία του περιβάλλοντος με την ανάπτυξη (οικονομία), εισάγοντας ως θεσμό την αειφόρο ανάπτυξη. Την ίδια χρονιά, δημοσιεύθηκε η αναφορά της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, «Το Κοινό μας Μέλλον». Η αναφορά τόνιζε την ανάγκη για οικονομική αύξηση που θα συνέτεινε παράλληλα στις επιπλέον προσπάθειες για προστασία του περιβάλλοντος, με τον απαραίτητο σεβασμό στις οικολογικές απαιτήσεις. Κλειδί σε όλη την αναφορά ήταν η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης, της οποίας δόθηκε και η ερμηνεία: «Αειφόρος ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη η οποία ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες». Η απόλυτη αλληλεξάρτηση του παγκόσμιου περιβάλλοντος και της ανάπτυξης τονίζεται ευρέως.
Στην Παγκόσμια Συνδιάσκεψη των Η.Ε. στο Ρίο ντε Τζανέιρο (1992) μεταξύ άλλων, παρουσιάστηκαν οι στενές σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις δημογραφικές τάσεις, το περιβάλλον και την ανάπτυξη, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως το παράδοξο της ανάπτυξης. Ενώ η ανάπτυξη μπορεί να επιβραδύνει την αύξηση του πληθυσμού, οι πιέσεις που προέρχονται από την αύξηση του πληθυσμού επιβραδύνουν την ανάπτυξη, εξαιτίας της υποβάθμισης των φυσικών και οικονομικών πόρων. Η πυκνότητα του πληθυσμού καθ' εαυτή δεν είναι το πρόβλημα. Για παράδειγμα, η Ιαπωνία με 320 ανθρώπους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, έρχεται πρώτη από 160 χώρες στο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης που διαμόρφωσε το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Η.Ε. (UNDP). Σε αντίθεση, το Μάλι με μόνον 6 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο κατατάσσεται στην 156η θέση.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες, που περιλαμβάνουν το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού, χαρακτηρίζονται από έλλειψη βιομηχανίας και μέσο κατά κεφαλή ακαθάριστο εθνικό εισόδημα κάτω των $3000 ετησίως. Η φτώχεια προκαλεί εκτεταμένη και σταθερή υποβάθμιση της παραγωγικής βάσης και απώλεια ειδών από δάση, βοσκότοπους και γεωργικά εδάφη, η οποία οφείλεται στην έντονη αποδάσωση, στην υπερβόσκηση, στη ληστρική χρήση των καλλιεργημένων εκτάσεων και των δασών και στην υπερεκμετάλλευση ευαίσθητων περιοχών. Αυτά με τη σειρά τους οδήγησαν σε διάβρωση, υποβάθμιση των εδαφών και πτώση των υδροφορέων, που μπορεί να προκαλέσουν περιόδους έλλειψης νερού και τροφής, ειδικότερα στις ξηρές και ημίξηρες περιοχές. Ουσιαστικά όμως, η φτώχεια είναι αυτή που ωθεί τους ανθρώπους στις αναπτυσσόμενες χώρες να διαχειρίζονται έτσι τους φυσικούς πόρους στον αγώνα τους για επιβίωση. Ο καθημερινός αυτός αγώνας για την εύρεση νερού, τροφής, καύσιμης ξυλείας και στέγασης, για στοιχειώδη επιβίωση, από ένα εξαιρετικά εξαντλημένο υπόβαθρο πόρων, έχει ως αποτέλεσμα δημόσια αναταραχή, ακόμα και πολιτικές συγκρούσεις, μετανάστευση «περιβαλλοντικών προσφύγων» και σε ακραίες περιπτώσεις, αποσταθεροποίηση της ασφάλειας και ειρήνης στη χώρα. Εξίσου ισχυρό εμπόδιο στη βελτίωση των συνθηκών του περιβάλλοντος αποτελεί η ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Οι αναπτυγμένες χώρες αποτελούν 23% του παγκόσμιου πληθυσμού και χρησιμοποιούν πέραν του 80% των ενεργειακών και ορυκτών πόρων του πλανήτη. Χαρακτηριστικά, στις αναπτυγμένες χώρες το άτομο καταναλώνει 15-115 φορές περισσότερο χαρτί, 6-52 φορές περισσότερο κρέας και 10-35 φορές περισσότερη ενέργεια από ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες
Οι αναπτυγμένες χώρες, πέρα από την επίτευξη του παγκόσμιου στόχου για σταθεροποίηση του πληθυσμού τους, έχουν καθιερώσει μια υποδομή που τους επιτρέπει να ικανοποιούν τις ανάγκες τους για τα περισσότερα αγαθά, συχνά σε βαθμό κορεσμού. Το πρόβλημα πλέον αρκετών χωρών είναι πώς να συμβιβαστούν με οικολογικούς στόχους διαβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουν τρόπο λειτουργίας κάποιες σύγχρονες βιομηχανικές και αστικές μονάδες, προκειμένου να εξοικονομήσουν ενέργεια και πόρους, τα οποία κατασπαταλούνται, με συνέπεια την υποβάθμιση του περιβάλλοντος όχι μόνο των χωρών αυτών αλλά και ευρύτερα.
Οι χώρες αυτές μειονεκτούν εξαιτίας των δηλητηριωδών αποβλήτων και ρύπων που συγκεντρώνονται στον αέρα, στο έδαφος και στο νερό. Η υψηλή κατά κεφαλή κατανάλωση μπορεί να προκαλέσει συγκέντρωση αυτών των ρύπων σε τέτοιο βαθμό που, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συστήματα αποτοξίνωσης και αποικοδόμησης αδυνατούν να ανταποκριθούν. Ως συνέπεια, βλάπτονται οι σοδιές, τα δάση, η κτηνοτροφία, η αλιεία και η ανθρώπινη υγεία, ειδικά των νεογέννητων και πλέον ευπαθών ομάδων πληθυσμού.
Εξαιτίας των περιβαλλοντικών προβλημάτων που δημιουργούνται από τον παραπάνω τρόπο διαβίωσης, οι αναπτυγμένες χώρες αρχίζουν να διαθέτουν κεφάλαια για να αναδομήσουν τις οικονομίες τους, στρεφόμενοι προς την ποιοτική διάσταση της ανάπτυξης τους. Η δημόσια ανησυχία οδήγησε σε ομάδες περιβαλλοντικής πίεσης και «πράσινες» πολιτικές. Στον αναπτυγμένο κόσμο, τα τελευταία χρόνια έφεραν επίσης μια επανάσταση στην ενημέρωση με άμεση απαίτηση για την προστασία του παγκόσμιου περιβάλλοντος και την κατανόηση ότι η ποιότητα της ζωής των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες, που συνεχώς υποβαθμίζεται, είναι κατά μεγάλο μέρος ευθύνη των αναπτυγμένων χωρών. Κάτω από την έντονη δημόσια και πολιτική πίεση, αρκετοί τομείς της οικονομίας ολοένα και περισσότερο λαμβάνουν υπόψη της περιβαλλοντικές επιδράσεις των λειτουργιών τους και επενδύουν σε νέες «περιβαλλοντικά φιλικές» τεχνολογίες.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι έχουμε την υποχρέωση να διαχειριστούμε τον κόσμο έτσι ώστε να μην αρνηθούμε στις μελλοντικές γενεές τις ευκαιρίες και τους πόρους που εμείς σήμερα απολαμβάνουμε. Ουσιαστικά, η διαχείριση παραδέχεται ότι η διαγενεακή αειφορία (από γενιά σε γενιά) αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για τη συνεχιζόμενη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών αλλά επίσης και για τη διατήρηση όλων των κρίσιμων διεργασιών που μας παρέχει το φυσικό περιβάλλον.
Ο στόχος της αειφόρου ανάπτυξης, είναι περίπλοκη και δύσκολη υπόθεση. Για την επίτευξή του απαιτείται συνεργασία σε διάφορα επίπεδα (κυβερνητικό, ακαδημαϊκό, επιστημονικό, μη κυβερνητικών οργανισμών, τοπικών αρχών και ΜΜΕ ), το καθένα στον τομέα του έχει ουσιώδη ρόλο να παίξει στην καλλιέργεια αειφορικής κουλτούρας. Το Κυπριακό Κέντρο Περιβαλλοντικών Μελετών αναγνωρίζοντας αυτό το στόχο εκπαιδεύει τους πολίτες του αύριο, προσβλέποντας σε ένα αειφορικό μέλλον.